θαλαμηγός

θαλαμηγός
η
1) яхта; 2) ист. пассажирский парусный корабль с каютами

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "θαλαμηγός" в других словарях:

  • θαλαμηγός — Σκάφη διαφόρων τύπων, από τους μικρούς ιστιοφόρους κέρκουρους έως τα πολυτελή ιστιοφόρα και ντιζελοκίνητα σκάφη ψυχαγωγίας. Συνηθέστερα ονομάζονται γιοτ, από την αγγλική ονομασία yαcht. Μια θ. με πανιά εφοδιάζεται συνήθως και με βοηθητική μηχανή …   Dictionary of Greek

  • θαλαμηγός — η ού, πολυτελές πλοίο για ταξίδια αναψυχής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θαλαμηγόν — θαλαμηγός carrying masc/fem acc sg θαλαμηγός carrying neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θαλαμηγοῖς — θαλαμηγός carrying masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θαλαμηγά — θαλαμηγός carrying neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θαλαμηγῶν — θαλαμηγός carrying masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Thalamegos — Der Thalamegos (altgriechisch θαλαμηγός = Leiter des Gemaches (der Gemächer) von θάλαμος, οι (thálamos, Pl. oi) = Gemach, Gemächer, ἡγεῖσθαι (hegeísthai) führen, leiten) war ein 115 m langes, ca. 14 m breites und ca. 20 m hohes… …   Deutsch Wikipedia

  • Thalamegós — Der Thalamegos (altgriechisch θαλαμηγός = Leiter des Gemaches (der Gemächer) von θάλαμος, οι (thálamos, Pl. oi) = Gemach, Gemächer, ἡγεῖσθαι (hegeísthai) führen, leiten) war ein 115 m langes, ca. 14 m breites und ca. 20 m hohes prunkvolles… …   Deutsch Wikipedia

  • Thalamège — La thalamège (du latin thalamegus θαλαμηγός, large barque surmontée de cabines) est un palais flottant construit par le pharaon lagide Ptolémée IV, dont les dimensions imposantes et les médiocres capacités nautiques ont dû limiter l’utilisation à …   Wikipédia en Français

  • γιοτ — το θαλαμηγός ιστιοφόρος ή μηχανοκίνητος, σκάφος αναψυχής. [ΕΤΥΜΟΛ. < (αγγλ.) yacht] …   Dictionary of Greek

  • δρομώνιον — δρομώνιον, το (AM) μικρός δρόμων*, θαλαμηγός τών βυζαντινών αυτοκρατόρων …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»